- ἀρχαιογράφος
- ἀρχαιο-γράφος [ρᾰ], ον,A writing of antiquities, Gloss.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ANTIQUARIA Ars — apud D. Hieronym. Ep. ad Florentium, καλλιγραφία dicitur, in Vita Nili Iun. p. 29. et 137. Antiquarius nempe, in veterib. Glossis, ἀρχαιογράφος καλλιγράφος. Isidor. Origin. l. 6. c. 14. Liberarii udem, qui et Antiquarii, vocantur, sed Librarii… … Hofmann J. Lexicon universale
-γραφος — β συνθετικό μεγάλου αριθμού συνθέτων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, το οποίο προήλθε είτε από το ουσ. γραφή* είτε απευθείας από το ρ. γράφω*. Από τα σύνθετα αυτά, 250 περίπου είναι της αρχαίας γλώσσας, από τα οποία κανένα δεν απαντά … Dictionary of Greek